News

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΤΟ 1821 ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Η νεότερη ιστορία της Κασσάνδρας είναι πράγματι μια κολυμβήθρα του Σιλωάμ, που λυτρώνει, αναμορφώνει αλλά και διδάσκει. Καταφεύγοντας σ΄αυτήν διαπιστώνουμε πόσο ψηλότερο ήταν το επίπεδο των προγόνων μας, από την άποψη των αρχών και πεποιθήσεων καθώς και από την άποψη του χρέους και του καθήκοντος για την αναστύλωση της υπόστασης του Έθνους και του μεγαλείου της φυλής μας.
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, λίγο πριν το 1821, ο περήφανος τότε λαός της Κασσάνδρας, απεργάζετο σχέδια υψηλά για τον ίδιο και την πατρίδα , αδιαφορώντας για οποιοδήποτε πιθανό και ενδεχόμενο τίμημα. Έτσι προέκυψε ορμητικός, κάτω από οποιαδήποτε λογική, ο επικός αγώνας των Κασσανδρινών μαχητών του 1821.
Οι Κασσανδρινοί από τις αρχές του 1800, φιλοξενούσαν, κρυφά από τον Τούρκο κατακτητή, εκατοντάδες οικογένειες αγωνιστών του Ολύμπου, αλλά και άλλων ορεινών περιοχών. 70 Ελληνικά πειρατικά πλοία κυριαρχούσαν στο Β. Αιγαίο.
Εκείνη την περίοδο εγκαταστάθηκε στη ΒΑΛΤΑ ο μεγαλοέμπορος Γιαννιός Χατζηχριστοδούλου με την σύζυγό του Ανθή και τις δύο κόρες του, την Αναστασία και την Κοκώνα. Αυτός μυήθηκε στα της Φιλικής Εταιρείας πολύ νωρίς, πριν δηλαδή ξεσπάσει η Επανάσταση του 1821. Ο πρώτος «Φιλικός Επισκέπτης» στην Κασσάνδρα και γενικότερα στη Χαλκιδική φέρεται ότι ήταν ο αρματολός του Ολύμπου Φαρμάκης Ιωάννης, από το χωριό Βλάστη του Νομού Κοζάνης.
Ο Γιαννιός κατά το 1810, άγνωστο για ποια αιτία , εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη. Ευρισκόμενος εκεί κάποια στιγμή διορίστηκε από τον Γιουσούφ Πασσά, Διοικητή Θεσσαλονίκης, ως εκπρόσωπος της Τουρκικής Κυβέρνησης στην Κασσάνδρα. Οι αρμοδιότητές του ήταν: ως Διοικητής της Κασσάνδρας, ( Βοεβόδας) έπρεπε να εφαρμόζει πιστά την ισχύουσα Τούρκικη νομοθεσία και επιπλέον να εισπράττει και τους τούρκικους φόρους από τους κατοίκους. Αυτά τα καθήκοντά του ήταν πολύ περισσότερο αυξημένα σε σχέση με εκείνα του προκατόχου του, μικρού Βοεβόδα. Για το λόγο αυτό, όταν εγκαταστάθηκε και πάλι στη Κασσάνδρα, ως Βοεβόδας, οι κάτοικοι τον αποκαλούσαν μεγάλο Βοεβόδα ή απλά «Μεγάλο Γιαννιό», λόγω του αξιώματός του, και το προσωνύμιο αυτό τον ακολούθησε ιστορικά. Με τη νέα του ιδιότητα εργάστηκε, με πολλούς και διαφόρους τρόπους, υπέρ των συμπατριωτών του. Τελικά φέρεται ως ο πρωτεργάτης της επανάστασης της Κασσάνδρας κατά το 1821.
Στις 18 Μαΐου 1821 τέσσερα Ελληνικά πλοία ήρθαν στην Κασσάνδρα και ανήγγειλαν το χαρμόσυνο γεγονός της επανάστασης των Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Ο Γιαννιός, ως φλογερός πατριώτης, αμέσως κάλεσε σε σύσκεψη, στο Μετόχι της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου στην Κασσάνδρα, όλους τους προέδρους των χωριών της Κασσάνδρας, καθώς και αρκετούς οπλαρχηγούς και μαζί με τους αρχηγούς των ως άνω πλοίων, κήρυξαν την Επανάσταση. Στη συνέχεια συνέλαβαν την Τούρκικη φρουρά και τις αρχές που υπήρχαν στην Κασσάνδρα. Φέρεται ότι τους φόνευσαν, εκτός του βοηθού του Κατή τον οποίον εγκαίρως φυγάδευσε ο Γ. Καραθανάσης από την Άθυτο.
Την 29η του μηνός Μαίου 1821 οι Κασσανδρινοί έστειλαν προς τους Αγιορείτες Μοναχούς μια μνημειώδη διακήρυξη η οποία κατέληγε ως εξής: «…… Στείλατε την είδηση της επανάστασής μας προς τα Μαδεμοχώρια και ταχύνατε δια να λάβωμεν και παρά Θεού και παρά του Γένους το στέφανον». Πρώτος υπογράφει ο Γιαννιός Χατζηχριστοδούλου και μετά οι οπλαρχηγοί: Αναγνώστης Γεωργίου, ο Δημήτριος Ιωάννου, ο καπετάν Μανώλης, ο καπετάν Καμπούρης Γεώργιος και ο καπετάν Γεωργίου Ιωάννης. Στις 6 Ιουνίου 1821 Ο Μεγάλος Γιαννιός και η παρέα του έστειλαν προς τον πρωτεργάτη της Επανάστασης στη Χαλκιδική Εμμανουήλ Παπά, ευρισκόμενο στο Άγιο Όρος, επιστολή όπου ζητούσαν να τους αποστείλει ένα έμπειρο πρόσωπο περί τα πολεμικά, για να αναλάβει την αρχηγία των επαναστατών. Μετά τη θυσία του καπετάν Χάψα με τα 62 παλληκάρια από το χωριό Συκιά, στη μάχη των Βασιλικών, οι απομείναντες μαχητές συνέχισαν τον αγώνα της λευτεριάς στο στενό «πόρτες» της Κασσάνδρας. Εκεί φέρεται να πρωτοστατεί και πάλι ο Μεγάλος Γιαννιός με περίπου 400 μαχητές Κασσανδρινούς. Οι μαχητές αυτοί έβγαλαν για αρχηγό τους τον Κώστα Καρατάσιο από τα Παζαράκια και για καπετάνιο τους τον Αθανάσιο Κάψα από τα Παζαράκια επίσης. Ορκίστηκαν από τον Παπαστρατή από τον Άγιο Μάμα « εις το όνομα της Αγίας Τριάδος ώστε να θυσιάσουν το παν μέχρι της τελευταίας ρανίδος του αίματός τους για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία». Στη συνέχεια με πρόταση του Μιχαλάκη από το Πολύχρονο έσκαψαν, με σκαπάνες και φτυάρια, το στενό μέρος της στεριάς που χώριζε τις δύο θάλασσες, Θερμαϊκό και Τορωναίο Κόλπο και έτσι οι δύο θάλασσες ενώθηκαν. Τελικά το άνοιγμα προς τη πλευρά του Θερμαϊκού ήταν αρκετά ρηχό. Ο Μεγάλος Γιαννιός μαζί με τον Εμμανουήλ Παπά, που και αυτός ήλθε στην Κασσάνδρα, είχαν την γενική εποπτεία του αγώνα. Το στρατηγείο τους ήταν στον Βυζαντινό Πύργο του Αγίου Παύλου.
Ο Ε. Παππάς πρωτοστατεί στην οργάνωση της άμυνας. Του μένουν ακόμη λίγα χρήματα από την τεράστια περιουσία που είχε κάποτε. Στην αρχή παρατάσσει 1000 περίπου πολεμιστές. Ζητεί ενισχύσεις από τους Υδραίους και τον Υψηλάντη. Με εντολή του Υψηλάντη έρχονται για βοήθεια από τον Όλυμπο οι οπλαρχηγοί Διαμαντής, Μπίνος και Λιακόπουλος με 600 περίπου πολεμιστές. Σκαύονται χαρακώματα, χτίζονται προτειχίσματα, στήνονται φράγματα. Οι γυναίκες σαν άλλες Μεσολογγίτισσες φροντίζουν για τον επισιτισμό και την περίθαλψη των τραυματιών. Με άλλα λόγια ένα ακούραστο μελισσολόι, ανεπηρέαστο απ΄ότι είχε συμβεί έως τώρα επιδίδεται με αυταπάρνηση στον αγώνα, συνεπαρμένο από το όραμα της λευτεριάς.
Οι αγωνιστές χωρίστηκαν σε 80 περίπου φυλάκια των 5 ατόμων.
Στη συνέχεια ο Τούρκος Βαλής της Θεσσαλονίκης έστειλε 7 Πασάδες, με το ασκέρι τους, να πολεμήσουν τους Κασσανδρινούς μαχητές. Η λαική μούσα λέει: «7 Πασάδες πολεμούν την έρημη Κασσάνδρα. Κανένας δεν τη πάτησε κανένας δεν την πήρε. Λουμπούτ Πασάς την πάτησε Λουμπούτ Πασάς την πήρε.»
Έτσι ένα βράδυ, την πρώτη Νοεμβρίου 1821 (με το παλιό ημερολόγιο), εορτή των Αγίων Αναργύρων, ξημέρωμα, (ώρα 1:30 πρωινή) ο Λουμπούτ πασάς (7ος Πασάς) επιτέθηκε τους Κασσανδρινούς μαχητές με το εξής στρατηγικό σχέδιο.
Ύστερα από έντονα πυρά πυροβολικού, στο Ανατολικό μέρος (Τορωναίος κόλπος) της διώρυγας, ενήργησε αλλεπάλληλες επιθέσεις πεζικού και ιππικού στο ίδιο αυτό μέρος. Έτσι η μεγάλη μάζα των Κασσανδρινών μαχητών μετατοπίστηκε προς το Ανατολικό μέρος όπου γινόταν η μεγάλη επίθεση των Τούρκων. Στο Δυτικό μέρος της διώρυγας (Θερμαϊκός κόλπος) παρέμεινε ο Μεγάλος Γιαννιός, ως αρχηγός, με λίγους μόνο μαχητές. Κάποια όμως στιγμή ένα μεγάλο τμήμα του Τούρκικου στρατού μετατοπίστηκε αιφνίδια προς το Δυτικό μέρος. Είχαν προφανώς την πληροφορία ότι εκεί ήταν ρηχά τα νερά και αφού έριξαν σάκους με μαλλιά και χώμα, σανίδια, βαρέλια και κλαδιά κατόρθωσαν να περάσουν, τακτικά τμήματα του στρατού τους, μέσα στην Κασσάνδρα, στα νώτα δηλαδή των ολίγων μαχητών του μεγάλου Γιαννιού, τους οποίους και εξουδετέρωσαν. Το κακό συνέχισε και με τους άλλους μαχητές και τελικά ακολούθησε ο γνωστός «χαλασμός» της Κασσάνδρας.
Η παράδοση λέει ότι έγιναν μάχες και στα υψώματα του Πίνακα, της Κύψας και της Παλιόχωρας. Σχετικά δημοτικά τραγούδια αναφέρουν επίσης ότι έγιναν μάχες και στην Επάνω-χώρα, Λεκάνη,Παλαιόκαστρο, Στενάδια και υψώματα Αγίου Παντελεήμονα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή περιοχή είναι και σήμερα γνωστή με την τοπωνυμία «Ελληνικά».
Ο απολογισμός αυτού του αγώνα υπήρξε φρικτός. Πάνω από 10.000 άνθρωποι σφαγιάστηκαν και ο αριθμός των αιχμαλώτων άγνωστος. Η Κασσάνδρα έγινε «ολοκαύτωμα» των απίστων. Κανείς δεν ξέφυγε από το γιαταγάνι των Μουσουλμάνων και τη φωτιά των Εβραίων. Να πως περιγράφει αυτό το γεγονός, ο εφημέριος της Βάλτας Παπαγιώργης. «Ήμουν τότε εφημέριος στη Βάλτα. Κρύφτικα στο ταβάνι της εκκλησίας και από εκεί, επί 3 μέρες, μπόρεσα να παρακολουθήσω τις φρικαλεότητες που γίνονταν μπροστά στα μάτια μου. Η εκκλησία λεηλατήθηκε το ιερό μιάνθηκε. Το χωριό ήταν μέσα στις φλόγες. Ο ναός του Κυρίου χρησίμευε για στρατηγείο και καταφύγιο των Μουσουλμάνων και των Εβραίων. Έτρωγαν, έπιναν, χόρευαν, τραγουδούσα και μοίραζαν τα λάφυρά τους. Είδα να διαδραματίζονται πράξεις μιας κτηνωδίας πιο μισητής ακόμη. Άκουσα τους οδυρμούς και τα κλάματα των παιδιών που έπεσαν στα χέρια τους. Άκουσα τα μικρά αυτά πλάσματα να καταργούνται μέσα στην απελπισία τους τον ουρανό και τον Δημιουργό. Τα πτώματα έφραζαν τους δρόμους του χωριού κάτω από τα πόδια των χριστιανών, καρφώνονταν στους τοίχους και στα δένδρα και άναβαν φωτιές στη στιγμή. Δεν λυπούνταν ούτε τις γυναίκες. Είδα τους δήμιους να αρπάζουν τα παιδιά από την αγκαλιά των μανάδων τους και να τα τινάζουν στον αέρα ή να συντρίβουν το κεφάλι τους στο καλντερίμι και άλλα πολλά…»
Έτσι το «ολοκαύτωμα» της Κασσάνδρας είχε ολοκληρωθεί. Η γραφική και πευκόεσα Κασσάνδρα είχε μεταβληθεί σε άχαρο τοπίο, ενδιαίτημα γλαυκών και ορνέων με διεσπαρμένα εδώ και εκεί νεκρά σώματα αγωνιστών άταφα και άκλαφτα. Τα αγριοπούλια πετούσαν σκιαγμένα εδώ και εκεί και ο κόρακας έκραζε ολημερίς από ψηλά ώστε και πάλι ο λαϊκός ποιητής να τον ρωτήσει περίλυπα ήθελε: « Τι κλαις καημένε κόρακα , τι έχεις και όλο σκούζεις. Μη να διψάς για αίματα μη να πεινάς για λέσια? Πέρασε από τα Κύψελα και μέσα από τη χώρα, πέρασε από τον Πίνακα και σύρε στο Παλιόκαστρο και στην επάνω χώρα. Εκεί είναι τα αίματα εκεί είναι τα λέσια…»
Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι η θυσία όλων εκείνων των παλληκαριών της ηρωικής Κασσάνδρας δεν απέβη «επί ματαίω». Όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι ο αντιπερισπασμός που έφερε στους Τούρκους η επανάσταση αυτή ήταν σοβαρός και μακροχρόνιος. Καθήλωσε επί εξάμηνο σχεδόν ισχυρές Τούρκικες δυνάμεις, στη Χαλκιδική γενικότερα μακριά δηλαδή από τις πολεμικές τους επιχειρήσεις στη Νότια Ελλάδα όπου βέβαια η επανάσταση « για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδος την ελευθερία είχε ήδη ξεσπάσει.
Ο πόλεμος αυτός των τότε Κασσανδρινών μαχητών, με τους εφτά Τούρκους πασάδες, αποτελεί ίσως το σημαντικότερο ιστορικό γεγονός κατά την μακραίωνα ιστορία της Κασσάνδρας.

ΜΑΚΡΟΓΙΑΝΝΗΣ ΤΙΜΟΛΕΩΝ Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Sponsors