News

Έμμετρη αφήγηση του Ολοκαυτώματος της Κασσάνδρας

Μιαν ιστορία θα σας πω, βγαλμένη απ’ τη ζωή μας
απ’ τη ζωή του τόπου μας, της όμορφης Κασσάνδρας.
Που είναι τόπος όμορφος και τρισευλογημένος
μα πέρασε τα πάνδεινα στων άπιστων τα χέρια.
Ήρθανε χρόνοι δίσεκτοι, χρόνοι καταραμένοι
που Τούρκοι πάτησαν εδώ, σκλαβώσαν την Ελλάδα.
Το τι υποφέραν οι Έλληνες κείνα τα μαύρα χρόνια
λίγο ως πολύ το ξέρετε, τα γράφουν τα βιβλία.
Αυτό που ίσως δεν ξέρετε, είναι τι έγινε ‘δω πέρα
στον τόπο που από πάντοτε έβγαζε παλικάρια.

Ήτανε άνοιξη θαρρώ, ήταν το ’21
όταν όλοι οι Έλληνες μαζί τ’ αποφασίσαν
να διώξουνε τους άπιστους απ’ όλη την Ελλάδα.
Από τους πρώτους και καλούς που εξεσηκωθήκαν
ήτανε κι οι Κασσαντρινοί και οι Χαλκιδικιώτες όλοι.
Με τον Εμμανουήλ Παπά και με τους Αγειορίτες
μαζέψαν όπλα και στρατό να κάνουν μπαϊράκι.

Σαν τ’ άκουσε ο Γιουσούφ Μπέης από τη Σαλονίκη διατάζει τους στρατιώτες του να πάνε στον Πολύγυρο .
Εκεί σκοτώσαν οι άτιμοι τον πρώτο απ’τους προκρίτους,
τον πρώτο Πολυγερινό Κύρκο Παπαγεωργάκη.

Ξεσηκωθήκαν τότενες όλοι από κει πάνω,
και διώξαν όλη τη φρουρά που ‘χαν οι Τουρκαλάδες.
Τ’ ακούσαν κι οι Κασσαντρινοί και εξεσηκωθήκαν ,
με το Μεγάλο το Γιαννιό που είχαν αρχηγό τους.

Επήραν φόρα κι άρχισαν να πολεμούνε τον εχθρό,
φτάσαν κι από το Όρος κι από τη Σιθωνία κι άλλοι.
Ήρθαν κι από τη Συκιά 200 παλικάρια
που είχαν αητό για αρχηγό τον καπετάν το Χάψα.

Νικούσαν οι λεβέντες μας και είχαν πάρει φόρα.
Κοντεύανε να φτάσουνε εις τη Θεσσαλονίκη.
Μα εκεί εις τα Βασιλικά, εκεί τους περιμέναν
6000 πεζικό, 500 καβαλαραίοι,
που είχανε για αρχηγό τον Μπαϊράμ Πασά.

“Ένας λεβέντ’ς, ένα παλικάρ’, όμορφο σαν το ελάφ’.
Κάψας είναι τα’ όνομά του, Κάψας είν’ το παλικάρ’.
Χαλκιδική το’ χει καμάρ’, γιατί με λύσσα πολεμάει,
γιατί με λύσσα πολεμάει, όλα τα τούρκικα σκυλιά.

Έχει στήθια λιονταριού, δύναμη στα χέρια του.
Έχει μάτι αετού κι όμορφα σγουρά μαλλιά.
Έχει σπαθιά ατσάλινα, καριοφίλια μπρούντζινα.
Κάψας διξάζει τη ρωμιά και τον τρέμει η Τουρκιά.

Κασσαντρινός Κάψας αρχηγός πολεμάει μοναχός,
πολεμάει μοναχός την αμέτρητη Τουρκιά.

Μα ο Χάρος τον επρόλαβε στα μαρμαρένια αλώνια.
Χάροντα, ό,τι κι αν λες εσύ, αγώ δεν σε φοβούμαι.
Σαν τα λιοντάρια πάλεψαν, σαν τα θεριά παλεύουν,
ο ένας ρίχνει ντουφεκιές, σπαθιά τραβάει ο άλλος.

Αντιλαλούνε τα βουνά, τα μάρμαρα στενάζουν,
τα λούλουδα μαραίνονται κι η γης το αίμα πίνει.
Κι ο ήλιος βγήκε το πρωί κι εστάθει λυπημένος,
φίλησε το κουφάρι του και είπε : «Δοξασμένος!».

Γύρισαν πίσω όσοι έμειναν, μα δεν το βάλαν κάτω.
Ήρθανε στην Κασσάντρα μας με τ’ άλλα παλικάρια
και εταμπουρωθήκανε στο πέρασμα, στις Πόρτες.
Ήτανε όλοι κι όλοι τους τρακόσια παλικάρια…
Συσκέφτονται οι αγωνιστές και βγάζουν για αρχηγό τους
τον Κώστα Καρατάσιο από τα Παζαράκια
μα και για καπετάνιο τους τον Αθανάσιο Χάψα.
Ορκίζει ο Παπαστρατής, από τον Άγιο Μάμα
κι όλοι λεν με μια φωνή πως θα θυσιαστούνε
για την πατρίδα τη γλυκιά και για τη λευτερία.

Πέντε πασάδες πάσχιζαν, όχι για έναν ούτε για δυο
αλλά για έξι μήνες.
Από το Μάη φτάσανε να πολεμούν χειμώνα.
Ήταν Νοέμβριος όταν ακόμη πολεμούσαν.

“Πέντε πασάδες πολεμούν την έρημη Κασσάντρα.
Κανένας δεν την πάτησε, κανένας δεν την πήρε.
Λουμπούτ πασάς την πάτησε, Λουμπούτ πασάς την πήρε.”

Έφτασε τότε ο Λουμπούτ με το πολύ τ’ ασκέρι
και φτάσαν νάναι οι άπιστοι αμέτρητοι, χιλιάδες!
Και τότες οι Κασσαντρινοί σαν άλλοι Λεωνίδες
μείναν και πολεμήσανε με τούτους τους μυρίους.
Και σαν τον Εφιάλτη πάλι εδώ έγινε προδοσία.
Εδείξανε εις στον Λουμπούτ το δρόμο να περάσει
να παγιδέψει μαχητές του καπετάν Γιαννιού μας.
Όλοι θυσιαστήκανε, κανείς τους δεν εμείνε
κανείς τους δεν εγλύτωσε απ’ του εχθρού τα χέρια.

Δεν έφτανε όμως αυτό, οι Τούρκοι προχωρήσαν.
Προχώρησαν και ρήμαξαν ό,τι βρήκαν μπροστά τους.
Προχώρησαν και έσφαξαν και κλέψαν και βιάσαν.
Δεν έμεινε τίποτ’ όρθιο απ’ του εχθρού το διάβα.
Καήκανε οι εκκλησιές, καήκαν τα χωριά μας
σφαχτήκανε οι γέροντες αλλά και τα παιδιά μας.
Κλαίγαν οι μάνες τα παιδιά και τα παιδιά τις μάνες
έκλαιγε κι η Ελλάδα μας τα ηρωικά της τέκνα.

“Κασσάντρα μας είν’ όμορφη, με πεύκα στολισμένη,
Κασσάντρα ήταν όμορφη απ’ τα παλιά τα χρόνια.
Είχε και πόλεις όμορφες τη Μέντη και Σκιώνη,
το όμορφο Κανάστριο, την ωραία την Παλλήνη,
τις Πόρτες, την Ποτίδαια, του Ξέρξη το λιμάνι.
Τα πεύκα μας τα όμορφα όλοι τα αγαπάμε,
βγαίνει το μέλι σα χρυσός, ρετσίνι σα διαμάντι,
μας φέρνουν την υγεία μας, τον καθαρό αέρα.

Κασσάντρα μας η όμορφη τα ‘βαλε με τους Τούρκους,
για να βαστάξουν άμυνα εις το Εικοσιένα,
για να βαστάξουν πόλεμο, να σώσουν την Κασσάντρα.
Πέντε πασάδες πολεμούν την όμορφη Κασσάντρα,
πέντε πασάδες πέσανε, δεν ήταν να την πάρουν.
Λουμπούτ πασάς κατέβηκε με το ρεντίφ ασκέρι,
Λουμπούτ πασάς ανέλαβε κι αυτός να την πατήσει,
Λουμπούτ πασάς ορκίστηκε, εγώ θα την πατήσω.

Και κάνει φούρια το σκυλί με το ρεντίφ ασκέρι
και ο Μεγάλος ο Γιαννιός, αλλάχ, Αλλάχ ακούει
και τα παιδιά του φώναξε και τα παιδιά του λέει:
Κασσάντρα μας προδόθηκε, παιδιά μου φυλαχτείτε,
κι εφόδια δεν έχουμε για να αντισταθούμε.
Λουμπούτ πασάς μας πάτησε με το ρεντίφ ασκέρι
και πήρ’ αράδα τα χωριά να σφάζει και να καίει.
Βγαίνουν γέροι, βγαίνουν γριές, βγαίνουν να προσκυνήσουν.

Προσκύνημα δε δέχομαι όλους θα σας χαλάσω.
Τον όρκο, όπου έδωσα, εγώ δεν τον πατάω.
Διαταγή μου έδωσα εις το ρεντίφ ασκέρι
ψυχή να μην αφήσουμε μέσα εις την Κασσάντρα
και κόκορας με τα φτερά κι αυτός να μη λαλήσει.

Πλήθος κόσμου μαζεύτηκε απ’ όλη την Κασσάντρα.
Όλο το γυναικόπαιδο, γέροι, γριές και νέες,
όλοι εμαζευτήκανε στον κόλπο της Παλλήνης.
Ζητούσανε βοήθεια, ζητούσαν μικροκάϊκα,
για να σωθούν στη Σκόπελο, να πάνε στ’ Αγινόρος.
Ήτανε δυο πλοιάρια και ποιον να πρωτοπάρουν!

Ήρθε κι ο άντρας της Ανθής, της όμορφης Ανθίτσας
καβάλα πάν’ στο άλογο, την κόρη στα καπούλια.
Πού είναι η γυναίκα σου, η όμορφη Ανθίτσα;
Στην Άθυτο την άφησες κι ήρθες εδώ μονάχος;
Μου είπε, τρέξε εσύ να σώσεις την Ελένη,
την κόρη τη μονάκριβη, τη μοσχαναθρεμμένη
κι εγώ ξοπίσω έρχομαι τρέχοντας και προφταίνω.
Στο δρόμο που επήγαινα, στο δρόμο που πηγαίνω
γύρισα μια, γύρισα δυο, γύρισα τρεις και πέντε
να ιδώ, αν ίσως έρχεται ξοπίσω μας η Ανθίτσα.
Αντάρα μόνο έβλεπα και κουρνιαχτό μονάχα.

Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν απόειπε
και να η Ανθίτσα φάνηκε στην άκρ’ από τη στράτα.
Δυο Τούρκοι τηνε κυνηγούν, Τούρκοι καβαλαραίοι.
Στη μαύρη πέτρα ανέβηκε, στο βράχο ανεβαίνει.
Πάρτε , γυναίκες, τα χρυσά, γιορντάνια και βραχιόλια,
κι εσείς οι άντρες τα φλουριά και κρύψτε τα στον κόρφο
να μη τα βρουν οι άπιστοι, να μην τα καπαρώσουν.
Και βούτηξε στη θάλασσα απάν’ από το βράχο,
Πάει η Ανθίτσα χάθηκε, μα σώθηκε η κόρη!

Σαν έφτασε ο Λουμπούτ πασάς με το ρεντίφ ασκέρι,
κακό μεγάλο έγινε, καταστροφή μεγάλη,
κακό μεγάλο έγινε στον κόλπο της Παλλήνης.
Κλαίγαν οι μάνες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,
έκλαιγε κι η Ελλάδα μας για την ελευθεριά της.”

Όσοι γλιτώσαν φύγανε πως λέει και το τραγούδι
Όσοι γλιτώσαν φύγανε, άλλοι για τ’ Άγιον Όρος
και άλλοι πάλι στα νησιά , μα θα ξαναγυρίζαν.

Η γραφική Κασσάντρα μας, αυτός ο ωραίος τόπος
έγινε στάχτη, κουρνιαχτό , έγιν’ νεκροταφείο.

Και ο Λουμπούτ καθότανε στον πλάτανο της Βάλτας
καθόταν και καμάρωνε τ’ αποτελέσματά του.

Όμως δεν πήγαν στο χαμό ούτε τα παλικάρια,
ούτε τα γυναικόπαιδα και οι περιουσίες.
Γιατί η Κασσάντρα κράτησε για έξι μήνες πάνω
στη Βόρεια Ελλάδα μας Τούρκους να πολεμάνε.
Κι έτσι προλάβαν στο νοτιά για να οργανωθούνε
και νάχουν αποτέλεσμα οι άλλοι αδελφοί μας
να διώξουν Τούρκους απ’ το Μοριά και να τους ξεπαστρέψουν. Μπορέσαν και κατάφεραν με τούτη τη θυσία
να γίνουνε πιο δυνατοί να πάρουν θάρρος ούλοι.

Τούτη την ιστορία πια π’ ακούσατε δω πέρα
μην την ελησμονήσετε μα πείτε την πιο πέρα.
Πείτε να την ακούσουνε που γράφουν τα βιβλία
να μην ξεχνούν τους ήρωες από την Κασσάνδρεια

Στέλλα Τσιάλα

Sponsors