• Εντυπωσιακά φλαμίνγκο έκαναν την εμφάνισή τους στα μέσα Νοεμβρίου στον υγροβιότοπο του Αγίου Μάμα.
    Εντυπωσιακά φλαμίνγκο έκαναν την εμφάνισή τους στα μέσα Νοεμβρίου στον υγροβιότοπο του Αγίου Μάμα. γράφει ο Μουστάκας Ξ. Δημήτριος. Φώτο από ME-Gallery Εντυπωσιακά φλαμίνγκο έκαναν την εμφάνισή τους στα μέσα Νοεμβρίου στον υγροβιότοπο του Αγίου Μάμα. Τα φλαμίνγκο ξεκίνησαν το αποδημητικό τους ταξίδι από την κεντρική και βόρεια Ευρώπη προς θερμότερα κλίματα. Στο πέρασμά τους σταμάτησαν να ξεκουραστούν στον μικρό υγροβιότοπο του Αγίου Μάμα, που αποτελείτε από στάσιμα νερά, αμμοθίνες και καλαμιώνες, πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους προς τον νότο. Σύμφωνα με την Wikipedia, το μεγάλο φλαμίνγκο που απαντάτε και στον ελλαδικό χώρο, ζει στους υγροβιότοπους των παράκτιων χωρών της Μεσογείου, την Αφρική, την Ινδική υποήπειρο και την Μέση Ανατολή. Στην Ελλάδα είναι επιδημητικό πουλί, πιο πολυάριθμο όμως τον χειμώνα. Κατά καιρούς προσπάθησε να φωλιάσει στην χώρα μας χωρίς όμως επιτυχία. Το μεγάλο φλαμίνγκο φτάνει μέχρι και τα 145 εκατοστά μήκος και 187 εκατοστά ύψος ενώ το άνοιγμα των φτερών του αγγίζει τα 170 εκατοστά. Το βάρος του αρσενικού είναι 3 με 4 κιλά…
Sponsors
News
Πέμπτη, 08 Μαρτίου 2018 14:47

Τα όνειρά μας προδόθηκαν

Του  Γ. Αθ. Δαλαμάγκα, καρδιολόγου. 

 Φώτο από Malofeeva Elena

 

Κοπιάσαμε πολύ στη ζωή μας. Φύγαμε μικροί από την πατρίδα μας, ίσως και χωρίς τη θέλησή μας και ριχτήκαμε στο στίβο της ζωής αβοήθητοι. Τα μοναδικά όπλα που είχαμε στη φαρέτρα μας ήταν η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση της νιότης μας, αρκετά διαποτισμένες από τον εφηβικό μας ναρκισσισμό και την άγνοια του κινδύνου. Αυτά μας βοήθησαν να αντέξουμε στις αντιξοότητες και να ξεπεράσουμε τους κινδύνους που καιροφυλακτούσαν στο δρόμο μας. Τότε αντιληφθήκαμε πως δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχουν κίνδυνοι όταν κανείς παίρνει για πρώτη φορά έναν άγνωστο ανηφορικό δρόμο. Ξεπεράσαμε, λοιπόν, τους παντοειδείς κινδύνους, καταβάλλοντας, σε σχέση με άλλους συνομήλικους μας, δεκαπλάσια προσπάθεια και ακολουθώντας τις ηθικές αξίες που κουβαλούσαμε μέσα μας, αυτές που μας κληροδότησαν οι αμόρφωτοι γονείς μας, αυτοί που η αγάπη τους για μας τους υπαγόρευε να μας προτρέπουν να φύγουμε από τον τόπο μας για να σπουδάσουμε και να ζήσουμε καλύτερα από εκείνους. Φύγαμε, δουλέψαμε σκληρά, παιδευτήκαμε και δημιουργήσαμε οικογένειες, χωρίς ούτε μια φορά να ξεχνούμε τον τόπο μας, ο οποίος στο μεταξύ αποδέχτηκε ανυποψίαστα την εξέλιξη, «τον πολιτισμό», που εισέβαλε ξαφνικά στον όμορφο τόπο μας. Μεγάλωσαν και τα παιδιά μας, σπούδασαν και αυτά και απέκτησαν διπλά και τρίδιπλα πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά διπλώματα. Μόνο που τους είναι άχρηστα, δεν τους βοηθούν να πιάσουν μια δουλειά ανάλογη με το αντικείμενο των σπουδών τους. Τα περισσότερα αναγκάζονται να δουλεύουν σε άσχετες με τις σπουδές τους δουλειές, αμείβονται δε, αν και όταν αμείβονται, με ένα εξευτελιστικό μισθό. Γι’ αυτό ξενιτεύονται κατά χιλιάδες.

Αλλά και τα δικά μας τα φτερά ψαλιδίστηκαν. Σε όλη τη ζωή μας υπήρξαμε πειθαρχημένοι, τίμιοι και εργατικοί και προσφέραμε όλες μας τις δυνάμεις για το δικό μας καλό και για το καλό της πατρίδας μας. Με βάση την προσφορά μας πιστεύαμε πως θα ζήσουμε άνετα ως συνταξιούχοι. Υπολογίζαμε πως η σύνταξή μας θα ήταν αρκετή, ώστε να είμαστε συνεπείς στις υποχρεώσεις μας. Πάλι τις υποχρεώσεις μας σκεπτόμασταν, το μυαλό μας είχε συνηθίσει να σκέφτεται μόνο το καθήκον και όχι μόνο τις ανέσεις και τα δικαιώματά μας. Να μπορούμε να πληρώνουμε το νοίκι, τη ΔΕΗ, το τηλέφωνο, το νερό, τα κοινόχρηστα, τους φόρους, να μπορούμε να δίνουμε ένα χαρτζιλίκι στα εγγόνια μας, να ζούμε με αξιοπρέπεια. Και όμως χωρίς να έχουμε εμείς καμία ευθύνη για την αποτυχία των οικονομικών του κράτους μας, σε μας ξέσπασαν οι υπεύθυνοι και λήστεψαν τις συντάξεις μας. Υπήρχε, πριν από την κρίση νόμος, που τους έδινε τέτοιο δικαίωμα και δεν τον γνωρίζαμε;

Αυτά σκέπτεται ο απόμαχος της ζωής σήμερα και αγανακτεί και θυμώνει και δεν ξέρει πού και πώς να βρει το δίκιο του. Και το χειρότερο είναι πως δεν βλέπει προοπτική βελτίωσης στα επόμενα λίγα χρόνια. Μια λύση υπάρχει. Να επιστρέψει στο χωριό. Εκείνα τα χωραφάκια που έμειναν χέρσα, να τα κάνει να πρασινίσουν ξανά, να ξανακαρπίσουν. Ο ίδιος όμως αισθάνεται ανήμπορος. Ο γιος του, ηλικιακά είναι πιο κατάλληλος. Του το λέει και παίρνει την απάντηση:

-Να πας εσύ και να μ’ αφήσεις ήσυχο. Θυμώνει και από μέσα του βρίζει. Έχει άδικο;